Το «χειρότερό μου μάθημα» στο δημοτικό ήταν αυτό της γυμναστικής. Προτιμούσα τη γλώσσα, την ιστορία και τα άλλα πιο απαιτητικά -για πολλούς- μαθήματα, από τη γυμναστική. Η αιτία ήταν το γεγονός ότι την ώρα της γυμναστικής ασχολούμασταν σχεδόν αποκλειστικά με τους παραδοσιακούς χορούς και καθώς δεν είχα βρει ρυθμό, αλλά κυρίως χαρά στο χορό, ένιωθα φοβερή αμηχανία.
Κάθε φορά, λοιπόν, που βλέπω παιδιά να χορεύουν παραδοσιακούς χορούς με χαρά -ακόμα κι αν δεν έχουν πάντα το ρυθμό ή την τεχνική- χαίρομαι πολύ. Βλέπω ανάμεσά τους τον δεκάχρονο εαυτό μου, που του έδωσε κάποιος την ευκαιρία να εκφραστεί μέσα από το χορό κάνοντας λάθη, χάνοντας το ρυθμό, αλλά κερδίζοντας στο τέλος από την αλληλεπίδραση.
Η παράδοση δεν αλλοιώνεται από τα παιδιά και τις διαφορετικές επιλογές παρουσίασης των δρώμενων. Οι χοροί, τα τραγούδια είναι εκφράσεις πολιτισμού και δεν αποτελούν ένα στατικό σύνολο παραδόσεων, αλλά μια δυναμική και εξελισσόμενη διαδικασία που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, μετασχηματίζοντας τις κοινωνίες και αφήνοντας το αποτύπωμά της στην ανθρώπινη ιστορία. Είναι πάνω απ’ όλα μια κινητήρια δύναμη που συνθέτει μια δημιουργική ατμόσφαιρα, επηρεάζοντας βαθιά τις κοινωνικές δομές. Έτσι μόνο αγαπιέται και μένει ζωντανή.







