Στον «Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ» η σημαντική Γερμανίδα πολιτική επιστήμονας Χάνα Άρεντ έλεγε ότι οι τερατωδίες δεν διαπράττονται από τέρατα, αλλά από συνηθισμένους ανθρώπους. Ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ανθρώπους που δοθείσης της ευκαιρίας μετατρέπονται σε τέρατα και το χέρι τους γίνεται φονικό όπλο, θα προσθέταμε.
Όλο αυτό, η κοινοτοπία δηλαδή του κακού, είναι μια διαπίστωση που επαρκεί για να εξηγήσει πολλά από τα οποία βιώνουμε, κυρίως, όμως, τις αποκλίνουσες συμπεριφορές και την κινητήριο δύναμη που μετατρέπει κανονικούς ανθρώπους σε όχλο έτοιμο για το χειρότερο.
Προφανώς, η κοινοτοπία του κακού δεν διακρίνει μεταξύ νοικοκυραίων, λούμπεν και ψευτοπροοδευτικών. Εκφράζεται ως βία που δεν έχει ιδεολογικά πρόσημα και δεν μπορεί ποτέ να αποτιμηθεί ως δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη. Έστω κι αν κάποιοι προσπαθούν να το κάνουν.
Δυστυχώς αυτό το «καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» στην πράξη δεν ισχύει. Διαρκώς ιδεολογικοποιούμε τη βία, προσπαθώντας είτε να δώσουμε σε κάποιους άφεση αμαρτιών, είτε να τους ρίξουμε στο «πυρ το εξώτερο».
Από τη στιγμή που συμβαίνει αυτό γίνεται προφανές ότι το ζήτημα δεν θα λυθεί. Ίσα-ίσα που η κοινωνία διαρκώς θα γεμίζει φόβο και ο φόβος διαρκώς θα γίνεται ο χειρότερος σύμβουλος και θα οπλίζει το χέρι αυτών. Των συνηθισμένων ανθρώπων που σε μια και μόνη στιγμή μετατρέπονται σε αφιονισμένο πλήθος.

Ιωάννα