Στη θέσπιση οριζόντιας ρήτρας δίκαιης μετάβασης αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός στο κυριακάτικο μήνυμά του. Πρόκειται για ένα αίτημα που διατυπώνεται μετ’ επιτάσεως ήδη από το 2019, όταν η συζήτηση για την απολιγνιτοποίηση άρχισε να αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Η οριζόντια ρήτρα δίκαιης μετάβασης σημαίνει ότι κάθε πολιτική ή επένδυση που συνδέεται με τη μετάβαση προς μια πιο βιώσιμη οικονομία πρέπει να σχεδιάζεται έτσι ώστε καμία περιοχή, κανένας άνθρωπος και καμία κοινωνική ομάδα να μη μένει πίσω και τα οφέλη να κατανέμονται όσο το δυνατόν δικαιότερα. Μέχρι εδώ, δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς.
Από εδώ και πέρα, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα. Μια τέτοια ρήτρα είναι, από τη φύση της, προληπτικό και όχι διορθωτικό εργαλείο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ενεργειακές κοινότητες. Αν η οριζόντια ρήτρα δίκαιης μετάβασης ίσχυε από την αρχή, κάθε πρόγραμμα ανάπτυξης των ΑΠΕ θα έπρεπε να εξετάζει όχι μόνο πόσα μεγαβάτ θα εγκατασταθούν, αλλά και ποιος θα ωφεληθεί από αυτά. Θα έπρεπε να προβλέπονται ειδικά κίνητρα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και διαθέσιμος χώρος, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν ενεργειακές κοινότητες. Στην πράξη, όμως, μεγάλο μέρος του διαθέσιμου χώρου δεσμεύτηκε από μεγάλους επενδυτές και οι ενεργειακές κοινότητες βρέθηκαν αντιμέτωπες με περιορισμένη δυνατότητα σύνδεσης στο δίκτυο.
Αυτό ακριβώς είναι και το θέμα. Αν η ρήτρα είχε θεσπιστεί από την αρχή της μετάβασης, θα μπορούσε να είχε επιβάλει την έγκαιρη αξιολόγηση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων κάθε μέτρου, να ενισχύσει τον συντονισμό μεταξύ των δημόσιων πολιτικών και να περιορίσει μέρος των αρνητικών συνεπειών που βίωσε η Δυτική Μακεδονία.
Τώρα, τι μπορεί να κάνει;










