Άνθρωποι του «κέντρου», άνθρωποι της «περιφέρειας» (ή καλύτερα της «επαρχίας»). Άλλοι που ζουν εδώ, άλλοι που ζουν εκεί, άλλοι που ζούνε παραπέρα. Αλήθεια, υπάρχει ακόμη σήμερα διαχωρισμός με γεωγραφικά κριτήρια; Κι όμως, υπάρχει. Αυτό διαπιστώνω συχνά σε φάσεις κι εκφράσεις που αποτυπώνουν την αναχρονιστική αντίληψη που εξακολουθεί να υφίσταται ως κατάλοιπο άλλων εποχών, όταν η χιλιομετρική απόσταση αποτελούσε ίσως μια υπαρκτή αιτία διαχωρισμού. Γεωγραφικές προκαταλήψεις, που παραδόξως εξακολουθούν να ασκούν κάποιου είδους «bulling» -εκούσιου ή ακούσιου- σε ό,τι κινείται εκτός των ορίων της πρωτεύουσας ή ακόμη και της «συμπρωτεύουσας», όμορφης Θεσσαλονίκης.

Ως εξ επαρχίας προερχόμενη -μπορείς να με πεις κι «από χωριό»-, έχοντας κάνει το πέρασμά μου από τη ζωή της πρωτεύουσας, για να επιλέξω να επιστρέψω τελικά στα πάτρια ταπεινά εδάφη, θα έλεγα πως το κακό πηγάζει από πολλά και διάφορα παλιακά στερεότυπα, ακμάζει δε στους χώρους της τέχνης, όπου η ματαιοδοξία -για να μην πω κενοδοξία- σαφώς περισσεύει. Εκεί ιδίως είναι που ο διαχωρισμός σε «πρωτευουσιάνους» κι «επαρχιώτες» της τέχνης -της όποιου είδους τέχνης- κάνει την εμφάνισή του, διακριτικά πάντοτε, σιγανά και ταπεινά -μην παρεξηγηθούμε κιόλας- μπήγοντας τα νύχια στο πετσί όποιου κουβαλά το «βάρος» του επαρχιωτισμού. Έτσι, κατά το γνωστό ρητό που λέει: «Αν είσαι γυναίκα, πρέπει να προσπαθήσεις δυο φορές περισσότερο για να θεωρηθεί ότι αξίζεις όσο μισός άντρας», έρχεται και η φυσική παράφρασή του: «Αν είσαι από την επαρχία, πρέπει να προσπαθήσεις δυο φορές περισσότερο για να αποδείξεις την αξία σου σε σχέση με έναν άνθρωπο του κέντρου». Αλίμονο! Αν είσαι και γυναίκα και «επαρχιώτισσα»… Τι καταδίκη στην εφ’ όρου ζωής προσπάθεια!

Εκείνο, βέβαια, που είναι ακόμα πιο θλιβερό είναι όταν η ίδια η επαρχία αυτοϋποτιμάται βουλιάζοντας κι αυτή στα δικά της κόμπλεξ, ψάχνοντας διακαώς διεξόδους διαφυγής στους κόλπους της κάθε είδους ‘πρωτεύουσας’ που θα την κάνει -θαρρεί- να νιώσει πιο σημαντική. Κι αυτό συμβαίνει παντού ανά τον κόσμο, κι όχι μονάχα στην Ελλάδα. Ματαιότητες.

Δε λέω πως δεν οργίζομαι φορές με τη στάση ζωής των μικρών πόλεων. Δε λέω πως δεν έχει η περιφέρεια ευθύνη για όσα συχνά της «καταλογίζουν» ή για όσα δεν της αναγνωρίζουν. Δε λέω πως δεν έχουν τη γοητεία τους οι πρωτεύουσες. Την έχουν. Και είναι ερωτεύσιμες πολύ. Και καπάτσες. Και πληθωρικές. Άλλαξαν, όμως, οι καιροί. Τα πάνω ήρθανε κάτω με εκατοντάδες τρόπους. Δεν είναι, λοιπόν, ώρα ν’ αφήσουμε τις προκαταλήψεις και να αντιληφθούμε τον χώρο και τον χρόνο μας ως ενιαία ενότητα; Το κέρδος θα είναι πολύ μεγαλύτερο και για τους «μεν» και για τους «δεν».

Είναι παράδοξο το ότι στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και του ψηφιακού μετασχηματισμού, εξακολουθούν να υπάρχουν στεγανά και η αόρατη «διαμάχη» ανάμεσα  σε πρωτεύουσες και μη, ακόμη κρατά. Δίκαιη, άδικη, πάντως κρατά. Θα μου πεις, η αλλαγή στη συνείδηση των ανθρώπων δεν γίνεται μεμιάς. Θέλει μυαλά ανοιχτά και χρόνο πολύ. Χρόνο… αυτόν το χρόνο που στην «αθάνατη ελληνική επαρχία», ευτυχώς κυλάει πιο αργά.