Πολλοί θεωρούν την ευγένεια υπερεκτιμημένη ως ιδιότητα. Προτιμούν ακόμα και την vulgar εκδοχή της αμεσότητας, από τον καθωσπρεπισμό της ευγένειας που απαιτούν οι κοινωνικές συμβάσεις. Θεωρούν δε τους ευγενείς, από ευάλωτους έως και μαλθακούς.

Η «παλαιάς κοπής» ευγένεια μοιάζει με είδος προς εξαφάνιση. Αυτό δηλαδή που λέμε καλοί τρόποι απουσιάζει απο το μάνιουαλ ανατροφής τέκνων απο τους σύγχρονους γονείς. Τη θέση του έχει πάρει η αγένεια ντυμένη ως αμεσότητα και χαλαρότητα, ως ψευτοοικειότητα εν τέλει. Αυτή που επιτρέπει σ’ ένα νιάνιαρο να αποκαλεί «ρε φίλε» αυτόν που έχει τα διπλά του χρόνια.

Όταν, όμως, έρχονται οι ίδιοι απέναντι στη χυδαιότητα της αγένειας που άλλοτε κάνει την εμφάνισή της με υβριστικό λόγο κι άλλοτε προχωρά σε ταπεινωτικές συμπεριφορές, τότε θυμούνται την αστική ευγένεια που άλλοτε είχαν περιφρονήσει.

Για την ακρίβεια θυμούνται το πλαίσιο ασφάλειας που προσφέρει η αστική ευγένεια. Αυτό που βάζει τα όρια και σε προστατεύει από την ανοησία, την κακία και τη βλακεία του καθενός. Αυτό που λειτουργεί διαφορετικά στο δημόσιο χώρο και αλλιώς στην άνεση του σπιτιού. Αυτό που αποτελεί κώδικα επικοινωνίας και πρωτόκολλο συμπεριφοράς σε μια σειρά καταστάσεων.

Δυσεύρετη η πραγματική, αυθεντική ευγένεια. Αυτή που δεν έχει καμία σχέση με την ψευτοοικειότητα των επιτηδευμένων χαριεντισμών.