Όλο και περισσότερα είναι τα νεαρής -κυρίως- ηλικίας άτομα που «κρασάρουν» (στη γλώσσα τους), καταρρέουν δηλαδή όταν υφίστανται στρες, κούραση ή κάποιου είδους συναισθηματική φόρτιση.
Μπορεί το τραυματικό γεγονός να είναι ένα δύσκολο μάθημα ή ένας καυγάς στο σχολικό περιβάλλον ή οι απαιτήσεις συνεργασίας σ’ ένα ομαδικό project. Όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια θα ακούσουμε το «έχω περάσει τα όριά μου» ή «έχω καταρρεύσει ψυχολογικά» για περιπτώσεις, οι οποίες για μεγαλύτερης ηλικίας ανθρώπους με διαφορετικά βιώματα, ίσως φαντάζουν απλές στην αντιμετώπιση.
Τι κάνει, λοιπόν, τους ανθρώπους ν’ αντέχουν και γιατί αυτή η ικανότητα της ψυχικής ανθεκτικότητας μοιάζει να μην υπάρχει στους νεότερους;
Οι εμπειρίες της ζωής είναι η προφανής απάντηση. Σ’ ένα περιβάλλον «παιδοκρατικό» οι γονείς και οι μεγάλοι γενικότερα είναι εκείνοι που προσπαθούν να χτίσουν ένα τείχος προστασίας γύρω από τα παιδιά για πολλά χρόνια, αφαιρώντας στην ουσία από τα ίδια τη δυνατότητα να αποκτήσουν τις εμπειρίες εκείνες που θα τα βοηθήσουν αργότερα να αντεπεξέλθουν στις όποιες αντιξοότητες. Η ψυχική ανθεκτικότητα εμπεριέχει την έκθεση στην αντιξοότητα.
Οπότε οι διαρκείς υποχωρήσεις και η έλλειψη ορίων σε συνδυασμό με την έλλειψη δεξιοτήτων για την επίλυση προβλημάτων οδηγούν στην απουσία της ψυχικής ανθεκτικότητας, η οποία στους καιρούς που ζούμε μοιάζει να είναι το νούμερο ένα προσόν για κάθε περιβάλλον δραστηριότητας.






